ἑωλοκρασία

ἑωλο-κρᾱσία, , ([etym.] κρᾶσις)
A mixture of dregs, heel-taps, etc., with which the drunken were dosed at the end of a revel by their strongerheaded companions: metaph., ἑωλοκρασίαν τινά μου τῆς πονηρίας κατασκεδάσας having discharged the stale dregs of his rascality over me, D.18.50, cf. Harp., Luc.Symp.3; also, = κραιπάλη, ἐμμένει τὸ . . δυσάρεστον, ὥσπερ ἑ. τις ὕβρεως ἢ ὀργῆς Plu.2.148a.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εωλοκρασία — η (ΑΜ ἑωλοκρασία) νεοελλ. μίγμα, κράμα («οὔτε ἀρχαία, οὔτε νέα [γλώσσα], ἀλλ ἑωλοκρασία τις», Καλλιγ.) αρχ. 1. μίγμα ζωμών από τα δείπνα τής προηγούμενης νύχτας, που τό έχυναν πάνω στα πρόσωπα τών μεθυσμένων και κοιμισμένων συμποτών, για αστεΐσμό …   Dictionary of Greek

  • ἑωλοκρασία — ἑωλοκρᾱσίᾱ , ἑωλοκρασία mixture of dregs fem nom/voc/acc dual ἑωλοκρᾱσίᾱ , ἑωλοκρασία mixture of dregs fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑωλοκρασίᾳ — ἑωλοκρᾱσίαι , ἑωλοκρασία mixture of dregs fem nom/voc pl ἑωλοκρᾱσίᾱͅ , ἑωλοκρασία mixture of dregs fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑωλοκρασίας — ἑωλοκρᾱσίᾱς , ἑωλοκρασία mixture of dregs fem acc pl ἑωλοκρᾱσίᾱς , ἑωλοκρασία mixture of dregs fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑωλοκρασίαν — ἑωλοκρᾱσίᾱν , ἑωλοκρασία mixture of dregs fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.